λησμονιά


λησμονιά
[лизмонья] ουσ. Θ. забывчивость.

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "λησμονιά" в других словарях:

  • λησμονιά — και αλησμονιά, η [λησμονώ] 1. λήθη, λησμοσύνη 2. φρ. (λαογρ.) «η βρύση τής λησμονιάς» περιοχή στον Άδη όπου υπάρχει βρύση από την οποία, κατά τη λαϊκή αντίληψη, τρέχει νερό που όταν πιούν οι νεκροί ξεχνούν τα επίγεια …   Dictionary of Greek

  • λησμονιά — η λήθη, ξεχασιά …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • υπολησμοσύνη — ἡ, Α λήθη, λησμονιά. [ΕΤΥΜΟΛ. < ὑπ(ο) * + λησμοσύνη «λήθη, λησμονιά»] …   Dictionary of Greek

  • άρνα — Ορεινός οικισμός (υψόμ. 780 μ., 461 κάτ.) στην πρώην επαρχία Λακεδαίμονος του νομού Λακωνίας. Βρίσκεται στις ανατολικές πλαγιές του Ταϋγέτου. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Φαρίδος. * * * και άρνη, η η λησμονιά, η λήθη («της άρνας το νερό» πρβλ.… …   Dictionary of Greek

  • έκλησις — ἔκλησις, η (Α) πλήρης λήθη, απόλυτη λησμονιά …   Dictionary of Greek

  • αληθής — Ο αληθινός, ο ακριβής, ο σωστός, ο αδιάψευστος, ο βέβαιος, ο πραγματικός, ο φανερός. Στην αρχαία ελληνική, ο φιλαλήθης, ο ειλικρινής. (Αστρον.)Ο όρος α. χρησιμοποιείται συχνά στην αστρονομία για διάφορους χαρακτηρισμούς: α. άξονας περιστροφής της …   Dictionary of Greek

  • αλησμονησία — η λησμοσύνη, λησμονιά, ξεχασιά. [ΕΤΥΜΟΛ. < θ. αορ. τού ρημ. αλησμονώ. ΠΑΡ. νεοελλ. αλησμονησιάρης] …   Dictionary of Greek

  • αλησμονιά — η [αλησμονώ] 1. λησμονιά, λησμοσύνη, ξεχασιά 2. ο τόπος τής αιώνιας λησμονιάς, ο κάτω κόσμος …   Dictionary of Greek

  • αλησμοσύνη — η λησμοσύνη, λησμονιά, λήθη («παρηγοριά ’χει ο θάνατος κι αλησμοσύνη ο χάρος», Δημοτικό). [ΕΤΥΜΟΛ. < α προθ. + λησμοσύνη] …   Dictionary of Greek

  • απολησμόνηση — η η λησμονιά, η λήθη …   Dictionary of Greek